Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΟΙΞΕ



Πέτρες, βράχια, κάκτοι, φίδια
δράκοι, ύαινες και όρνια
μαύρες μέρες, άδειες νύχτες
κι οι στιγμές γίνανε χρόνια

Είναι φορές που δεν ξυπνάω
κι άλλοτε κλαίω σαν παιδί
αγάπη, έρωτα δε νιώθω
είναι η ψυχή μου σα νεκρή

Εκεί που ο ήλιος είχε σβήσει
στάχτη παντού και μαύρη γη
ΑΝΟΙΞΕ, ήρεμα προστάζει 
καθάρια κι άδολη φωνή

Ποιος είναι; Ξένος ποιος τολμά
το έρεβος να αψηφάει;
ξέρω, το άρρωστο μυαλό
θα είναι που με ξεγελάει

Εδώ και μέρες, μήνες, χρόνια
δεν είδα φως, δεν έχω ελπίδα
ο πόνος θα κρατήσει αιώνια
τέλος δεν έχει η καταιγίδα

Μα κι αν δεν είναι όπως συνήθως
αν ήρθε η άνοιξη σαν πρώτα;
πρέπει ν’ ανοίξω, να γκρεμίσω
την καταραμένη πόρτα

Τρέμει το χέρι απ’ τον φόβο
μια προσευχή μονολογώ
πιάνω το πόμολο, πεθαίνω
πίσω απ’ την πόρτα είμαι ΕΓΩ