Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, με Αισιοδοξία και Αγάπη


Άφωτη μέρα
η ψυχή μαραμένη
αγάπη ποθεί

Δίχως ελπίδα
τα δάκρυα κυλάνε
η κόρη πενθεί

Θεού σημάδι
γλυκά τής κελάδησε
πουλί σε κλουβί

Μάτια μην κλαίτε
καρδιά δε γελάστηκες
η φύση μιλά

Ψέμα δεν είναι
θα είσαι καλότυχη, 
η κόρη γελά

Εγώ μοναχή
στη ζήση πορεύομαι
κι η μοίρα σκληρή

Παιδί γελαστό
κρατάει χρυσάνθεμα
την κόρη κοιτά

Μόνη δε θα 'σαι
αγκαλιά σε προσμένει
ο νιος σ' αγαπά

Τα μάτια κλείνει
τη ζωή ερωτεύεται
καθώς τη φιλά
_

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

τα δώρα

καλές γιορτές μα δυστυχώς
είναι πικρή η αλήθεια
ειν' η ελπίδα ακριβή
κι ο θάνατος συνήθεια


δώρα, στολίδια και γλυκά
ποτά σε αφθονία
πόσο φαντάζουν μακρινά
μαρτύρια κι αγωνία

καλές γιορτές, χρόνια πολλά
μα οι ευχές δεν πιάνουν
είναι η θάλασσα σκληρή
και στο βυθό δε φτάνουν

γιορτάζουμε τη Γέννηση
με πανηγύρια και χορούς
μα δώρα Τού προσφέρουμε
Καρφιά, Αγκάθια και Σταυρούς
_

ΓΕΝΝΗΣΗ

Τη Γέννηση
Θεού και Ανθρώπου
ποιος έχει ανάγκη;
ποιος στ’ αλήθεια
αποζητά;

Εσύ που κλαις
κι εσύ που γελάς
Εσύ που φωνάζεις
κι εσύ που σιωπάς

Εσύ που αγαλλιάζεις
κι εσύ που λυπάσαι
Εσύ που τολμάς
κι εσύ που φοβάσαι

Εσύ που φθονείς
κι εσύ που αγαπάς
Εσύ που ανασαίνεις
κι εσύ που πονάς

Εσύ που ελπίζεις
κι εσύ που νικιέσαι
Εσύ που πεθαίνεις
κι εσύ που γεννιέσαι

Εσύ
κι εγώ
Καλά Χριστούγεννα
Χρόνια πολλά σε όλους

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Λέξεις


Γύρω βαριά η καταχνιά
παγώνουν τα βλαστάρια
μαραίνονται τα δειλινά
δακρύζουν τα χορτάρια

Πίσω από πόρτα σφαλιστή
διπλομανταλωμένη
είν' το τραγούδι φυλακή
η ελπίδα κλειδωμένη

Λέξεις πασχίζουνε να βγουν
αγάπες να υμνήσουν
να γαληνέψουν τις ψυχές
και τους καημούς να σβήσουν

Άμποτε φράση μαγική
την πόρτα να γκρεμίσει
και ευωδιά βασιλικού
καρδιές να πλημμυρίσει

Να γίνει ο έρωτας θυμός
ο πόθος να θεριέψει
το όνειρο ν' αναστηθεί
ο μύθος ν' αληθέψει
_

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Μέσα στα μάτια


Ίδια θα ήταν η αντίδραση της Σοφίας κι αν είχε προετοιμασθεί γι’ αυτό που θα ‘βλεπε, σκέφτηκε η Μυρτώ και ήταν αλήθεια, ο Πέτρος, το φιλαράκι της από κούνια που την έκανε να γελάει, που της έσφιγγε το χέρι κι ένιωθε το χτυποκάρδι της, που δεν πέρασε μια μέρα που να μην της φέρει ένα λουλουδάκι, που δεν έλειπε ποτέ τις Κυριακές από την εκκλησιά να την κρυφοκοιτάζει και να της χαμογελάει, που στο πανηγύρι του Αϊ-Λια της χάριζε ό,τι ήθελε από τον πάγκο που έστηναν ο πατέρας του και η μάνα του - τα είχαν καταλάβει όλα κι έβλεπαν κιόλας το γιο τους γαμπρό, τι  τιμή να συμπεθεριάσουν φτωχοί κι αγράμματοι άνθρωποι με τον παπα-Βασίλη – και που καμάρωνε όταν το Σοφάκι του μπήκε στο Γυμνάσιο ενώ αυτός σταμάτησε το σχολείο γιατί δεν έπαιρνε  τα γράμματα, ήταν αχώριστοι οι δυο τους και δενόντουσαν όλο και περισσότερο, το έβλεπες ότι αγαπιούνταν στ’ αλήθεια, μα ήρθανε δύσκολοι καιροί, έφυγε ο πατέρας απ’ την κακιά αρρώστια, η μάνα δύσκολα τα ‘φερνε βόλτα κι αποφασίστηκε δεκάξι χρονών παλληκαράκι αμούστακο να μπαρκάρει, το δέχτηκε με βαριά καρδιά, αν έλειπε χρόνια πότε θα έβλεπε το Σοφάκι, κι αν την τάζανε στο φίλο του το Νικόλα, γιο του Ηλία του μπακάλη, κι η αγαπημένη του αρραβωνιαζότανε και τον ξέχναγε, αφού δεν είχαν δα και τίποτε σπουδαίο, μικρά παιδιά ήτανε, παίζανε, γελάγανε, κι ήταν ο πιο πλούσιος ο Ηλίας μες το χωριό και όλοι ήτανε γραμμένοι δυο και τρεις φορές στο τεφτέρι του, μα το ταξίδι δεν έπαιρνε αναβολή, Χριστούγεννα έφυγε ο Πέτρος και της Σοφίας το μυαλουδάκι δεν έλεγε να ξεκολλήσει κι ολημερίς με τη Μυρτώ γυροφέρνανε και συζητούσαν για το πότε θα ‘ρθει το καλοκαίρι να γυρίσει, να ξανασμίξουνε να της φέρνει λουλούδια και να της σφίγγει το χέρι, κι η μάνα της η παπαδιά που τα ‘ξερε όλα, την καμάρωνε που μεγάλωνε και το σώμα της άλλαζε και έφερνε πια σε κοπέλα όμορφη σαν τα κρύα νερά, όμως έτσι την έβλεπε κι ο Νικόλας, κι ας ήτανε του φίλου του το κορίτσι - τη νιότη δεν την ορίζεις με τη λογική- πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στο δρόμο που έμενε το Σοφάκι να πηγαίνει τάχα παραγγελίες ή να περνάει απ’ το σχολείο στα διαλείμματα, αυτός είχε σταματήσει στο Δημοτικό αφού το μπακάλικο ήτανε σίγουρο βιός, στους λογαριασμούς ήτανε καλός και του άρεσε η δουλειά και τα κατάφερνε, και μάλιστα όπως μεγάλωνε γινόταν σοβαρό και ήσυχο παιδί, ο παπα-Βασίλης τον αγαπούσε, ήτανε παπαδάκι μικρός και ποιος ξέρει μπορεί ο Θεός να τα ‘φερνε έτσι που αργότερα να παντρευόντουσαν με το κορίτσι του και να ήτανε στο χωριό οι πρώτοι νοικοκυραίοι