Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

η μπουγάδα



 - στις μανάδες -
η μπουγάδα      (μέρος 1ο)

όμορφη είναι η μπουγάδα με τ’ ασπρόρουχα
στις τριανταφυλλιές ανάμεσα
στη φτωχική και πλούσια αυλή

άπειρες φορές την έχω δει
χωρίς βια, τη μάνα να τ’ απλώνει
τα ασπρόρουχα ένα ένα
με φροντίδα, προσοχή

να τα κρεμάει, να τα σιάχνει
να τα χαϊδεύει απαλά,
να τα κοιτάει,
- θαρρείς τα καμαρώνει - 
να τους μιλάει κιόλας τάχα;

κι αυτά ανάλαφρα να σειώνται
ν’ απαντάνε
σαν την αγάπη, τη φροντίδα της να νιώθουν

πως ζωντανή θαρρείς πως είναι
αυτή η μπουγάδα με τ’ ασπρόρουχα
στις τριανταφυλλιές ανάμεσα




Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Η σκάλα



πέρα, στην άκρη του μικρού μας του χωριού
στο ξακουστό του Αϊ-Λια καμπαναριό
σκάλα πελώρια σιδερένια οδηγούσε
μες στην αυλή σχεδόν στο σπίτι του παππού
στον ουρανό θαρρείς ταξίδι αρχινούσε

από μικροί την ανεβαίναμε κρυφά
να παραβγούμε ως την κορφή δυο τρεις μαζί
με τη λαχτάρα ποιος θ’ αρπάξει το σκοινί
να αγναντέψουμε μακριά ως τα βουνά
μα και τα σύννεφα να δούμε από κοντά

- για την καμπάνα θ’ ανεβαίνετε μωρέ
σκαλιά Θεού είναι, δεν είναι για παιχνίδια
κι ένας μονάχα, ποτέ δυο - μα δεν ακούμε
τη βροντερή του παπα-Γιώργη τη φωνή
πόσο μας άρεσε γελώντας ν’ αψηφούμε

περάσαν χρόνια, φύγαν’ ο παππούς και η γιαγιά
γαλήνια, όπως ζήσανε, με μάγουλα σκαμμένα
με μόχθο, με χαμόγελο, απλά, καρτερικά,
καρδιά πονετικιά και μια χρυσή αγκαλιά
τα χέρια δεν χωρίσανε, στον τάφο μοναχά

και το μικρό σπιτάκι μας γκρεμίστηκε κι αυτό
τι να σταθεί μονάχο του, παντέρμο, θλιβερό
ερήμωσε και το χωριό, το καφενείο κλειστό
δυο τρεις φαμίλιες μοναχά στις διακοπές θα’ ρθούνε 
οι πιο μεγάλοι τα παλιά ποθούν να θυμηθούνε

όλο και κάποιος γύρευε στα λόγια τα στερνά
σαν τελευταία πεθυμιά, σ’ ευλογημένο χώμα
στο κοιμητήρι του Αϊ-Λια να γείρει λαχταρούσε
θαρρείς τα φιλαράκια του θ’ αντάμωνε ξανά
και το εκκλησάκι μας ξανά θα λειτουργούσε

Πάσχα κι εφέτος, διακοπές, ταξίδι στο χωριό
ξεκούραση και χρέος για προσκύνημα ιερό
ο πατέρας βηματίζει πλάι στο μνήμα σκεφτικός
και η μάνα το καντήλι θα ανάψει με φροντίδα·
πώς τον πόνο της ψυχής να απαλύνει λίγο φως;

το εκκλησάκι είναι κλειστό, θα ‘χει καιρό που
είτε λύπη έχει σημάνει η καμπάνα, είτε χαρά
να κι η σκάλα του γεμάτη από μνήμες και σκουριά
μου ήρθε ιδέα ξάφνου ν' ανεβώ όπως παλιά
κοίταξα γύρω... ο παπα-Γιώργης μην κοιτούσε

ίσα που ανέβηκα γοργά τα πρώτα δυο σκαλιά
και κόντεψ’ ένα τρίξιμο γερό να με φοβίσει
δεν κάνω πίσω και σα φτάσω στην κορφή
με τι λαχτάρα που θ' αρπάξω το σκοινί
ήχος γλυκός τον ουρανό να πλημμυρίσει

να τον ακούσουν ο παππούς και η γιαγιά
που θα μπορούν το δίχως άλλο να με δούνε
θαρρώ το χέρι αν απλώσω θα τους φτάσω
ίσα να νιώσουνε τη ζέστα στην καρδιά
που την αγάπη τους περίσσια θε να βρούνε

Γ.Σ.